Οσοι ασχολούνται με τις εκλογές του Κινήματος Αλλαγής, αυτές τις μέρες προσπαθούν να προβλέψουν με ακρίβεια τη συμμετοχή, γνωρίζοντας πως αυτή είναι που θα καθορίσει όχι μόνο τον τελικό νικητή, αλλά και το δίδυμο που θα συμμετάσχει στον δεύτερο γύρο.

Για να το κάνουν αυτό, προσπαθούν να σκιαγραφήσουν το προφίλ του μέσου κεντροαριστερού ψηφοφόρου, ενός πολίτη που αποτελεί κλασικό δείγμα εκείνων που θα αψηφήσουν κρύο και πανδημία για να περιμένουν στην ουρά των εκλογικών κέντρων και να αποφασίσουν για την επόμενη μέρα του χώρου.

Ο μέσος κεντροαριστερός ψηφοφόρος, ωστόσο, είναι περισσότερο μια απατηλή φαντασίωση παρά μια πραγματικότητα. Επί της ουσίας, ακόμα κι εκείνοι χωρίζονται σε τρεις ή ακόμα και τέσσερις κατηγορίες.

Είναι εκείνοι που έμειναν τα χρόνια της κρίσης, στηρίζοντας το κόμμα ακόμα και όταν δημοσκοπικά έμενε εκτός Βουλής, εκείνοι που έφυγαν από το 2012 έως το 2015 για τον ΣΥΡΙΖΑ και παραμένουν εκεί ως σήμερα, εκείνοι που κάποτε ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ και στις τελευταίες εκλογές επέλεξαν τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Τέλος, υπάρχουν και εκείνοι οι ψηφοφόροι του ευρύτερου χώρου, με πολιτική καταγωγή από την ανανεωτική Αριστερά ή το μεταρρυθμιστικό Κέντρο, που μπήκαν στον πασοκικό κύκλο επιρροής ως στελέχη και ψηφοφόροι όταν δημιουργήθηκε ο νέος φορέας, αβάπτιστος ακόμα, το 2017.

Ηλικιακά, οι ψηφοφόροι χωρίζονται σε εκείνους που πρόλαβαν ως ενήλικες το ΠΑΣΟΚ του 40% στην εξουσία και τα «χρυσά χρόνια» των αυτοδύναμων κυβερνήσεων του κόμματος και εκείνων που, λόγω της κρίσης, όχι μόνο βρέθηκαν απέναντι σε ένα ΠΑΣΟΚ που δεν τους ήταν ελκυστικό, αλλά πέρασαν την τελευταία δεκαετία με την εικόνα του μικρού, νοσταλγκού κόμματος που προσπαθεί να ανακάμψει – σ’ αυτούς, που είναι λιγότεροι, προσπαθούν να απευθυνθούν οι υποψήφιοι όταν μιλούν για ανανέωση.

Ολοι αυτοί, αλλά και ψηφοφόροι άλλων κομμάτων χωρίς πασοκικό παρελθόν, οι οποίοι δεν αποκλείουν κάποια στιγμή στη ζωή τους να ψηφίσουν Κεντροαριστερά, αποτελούν τα όρια της εκλογικής επιρροής του Κινήματος Αλλαγής -σύμφωνα με τη Metron Analysis, μάλιστα, φτάνουν μέχρι το 45%, ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από το αντίστοιχο που συγκεντρώνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτά τα όρια θεωρούνται από τα κεντροαριστερά στελέχη ως η ένδειξη πως ο χώρος δεν περιορίζεται στο 10% των δημοσκοπήσεων και θα μπορούσε δυνητικά, στην κατάλληλη συγκυρία, να ξαναγίνει κόμμα εξουσίας.

Ποιοτικά χαρακτηριστικά

Κάθε μία από αυτές τις ομάδες κεντροαριστερών και σοσιαλδημοκρατών έχουν μια διαφορετική αντίληψη για την πορεία του χώρου – η οποία είναι εμφανής σε όλα τα ποιοτικά στοιχεία που έχουν μετρήσει στη Χαριλάου Τρικούπη.

Στην προηγούμενη περίοδο, όταν η Φώφη Γεννηματά έψαχνε τρόπο να ξεκλειδώσει το ποσοστό που είχε κολλήσει στα μονοψήφια, οι συνεργάτες της είχαν διαπιστώσει μια αντίφαση που πλέον θεωρείται ταυτόσημη με τον χώρο: εκείνοι που έμειναν δεν θέλουν να ακούν πολλά για την πιθανότητα συνεργασιών, εκείνοι όμως που προσπαθούν να προσελκύσουν για να μεγαλώσουν το εκλογικό ποσοστό, είτε προς την πλευρά της ΝΔ είτε προς την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, δεν διαφωνούν με την πιθανότητα συγκλίσεων του κόμματος.

Είτε με τον ένα εκ των δύο άλλων ή ακόμα και στο ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης ανοχής ή συνεργασίας στην οποία θα συμμετέχει το ΚΙΝΑΛ.

Ο τρόπος που είχε βρεθεί από την προηγούμενη ηγετική ομάδα για να προσπεράσει αυτόν τον σκόπελο, που θεωρείται και θα θεωρείται στο μέλλον το μεγαλύτερο αγκάθι για την πορεία του, ήταν η επιμονή στην αυτόνομη πορεία του χώρου, αλλά και στην ξεκάθαρη προοδευτική ταυτότητα, με την οποία θα μπορούσαν να προσελκύσουν απογοητευμένους προοδευτικούς ψηφοφόρους.

Μεταρρυθμιστική βάση

Σ’ αυτές τις εκλογές συγκρούονται διαφορετικές οπτικές για το μέλλον της παράταξης, όμως το «κλειδί» της αυτονομίας κανένας δεν το παραβλέπει, θέλει να το αξιοποιεί προσδίδοντας και λίγο από το δικό του στίγμα.

Αντιθέτως, για να μην προξενήσουν δυσαρέσκειες στις άλλες πλευρές των ψηφοφόρων, τα επιτελεία των υποψηφίων φροντίζουν να ασκούν εξίσου κριτική τόσο στον ΣΥΡΙΖΑ όσο και στη ΝΔ – όχι με το σταγονόμετρο των ίσων αποστάσεων που συχνά γίνεται πεδίο κριτικής, αλλά εξηγώντας τις διαφορές με τον έναν και με τον άλλο και οριοθετώντας τη σοσιαλδημοκρατία που υπηρετούν, είτε ως μεταρρυθμιστική βάση είτε ως προοδευτική αντιπολίτευση.

Τόσο το γκρουπ των φαβορί όσο και το γκρουπ των αουτσάιντερ εμφανίζεται αντίθετο σε συνεργασίες όσο το κόμμα παραμένει μικρό σε ποσοστά, αλλά παράλληλα προσεγγίζουν το κοινό που ο εκάστοτε υποψήφιος θεωρεί ως προνομιακό.

Στην πραγματικότητα, επομένως, ο μέσος κεντροαριστερός ψηφοφόρος, που κάποτε οριζόταν εκ προοιμίου ως «αντιδεξιός», είναι διαφορετικός ανάλογα με το ποιος είναι αυτός που τον ορίζει.

Και βέβαια, παρά την επιμονή ενός κομματιού της βάσης να συνεχίζουν να αυτοπροσδιορίζονται με τον ίδιο τρόπο, λόγω της παρουσίας του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία έχει αποκτήσει αντιΣΥΡΙΖΑ αντανακλαστικά.

Γράψτε το σχόλιό σας